συμπιεστός

συμπιεστός
η , όν
1) сжатый, сдавленный; 2) поддающийся сжатию, сдавливанию

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "συμπιεστός" в других словарях:

  • συμπιεστός — ή, ό, Ν 1. αυτός που μπορεί να δεχθεί συμπίεση, δεκτικός συμπίεσης 2. αυτός που έχει συμπιεστεί, συμπιεσμένος 3. το ουδ. ως ουσ. το συμπιεστό η συμπιεστότητα, η δεκτικότητα συμπίεσης. [ΕΤΥΜΟΛ. < συμπιέζω. Το ουδ. συμπιεστόν μαρτυρείται από το… …   Dictionary of Greek

  • συμπιεστός — ή, ό αυτός που μπορεί να συμπιεστεί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • απίεστος — η, ο (Α ἀπίεστος, ον) αυτός που δεν έχει υποστεί πίεση νεοελλ. αυτός που δεν υποκύπτει σε εκβιασμό αρχ. αυτός που δεν επιδέχεται πίεση, δεν είναι συμπιεστός (π.χ. λίθος, σίδηρος) …   Dictionary of Greek

  • πιλητός — ή, όν, Α [πιλώ (Ι)] 1. (για ενδύματα και υφάσματα) κατασκευασμένος από πίλημα ή με πίληση 2. αυτός που μπορεί να υποστεί πίληση, συμπιεστός …   Dictionary of Greek

  • συμπιεστικός — ή, ό, Ν 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη συμπίεση 2. αυτός που προκαλεί συμπίεση. επίρρ... συμπιεστικώς και συμπιεστικά Ν με συμπίεση. [ΕΤΥΜΟΛ. < συμπιεστός. Το επίθ. μαρτυρείται από το 1870 στον Γρ. Χαντσερή] …   Dictionary of Greek

  • συμπιεστότητα — η, Ν [συμπιεστός] φυσ. ιδιότητα τών σωμάτων να μειώνουν τον όγκο τους, ως αποτέλεσμα τής αύξησης τής πίεσης στην οποία υποβάλλονται, το συμπιεστό …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»